Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Διήγημα: «Τα καινούργια παπούτσια»


Διήγημα: «Τα καινούργια παπούτσια»


του Μίρι Δράμι // *

images (1)

Όσο ζούσε o άμοιρος Γκανί, ποτέ δεν φαντάστηκε ότι καινούρια παπούτσια θα έβαζε μετά θάνατον. Εξωπραγματικό, θα λέγε κανείς, διότι ένας θαμμένος δεν μπορεί να φορέσει καινούρια παπούτσια. Έλα όμως που τα φόρεσε. Μάλιστα δίχως να σηκωθεί καθόλου από το υγρό του τάφος. Και μη πάει ο νους σας, ότι ο συγχωρεμένος Γκανί ήταν απόγονος βρικολάκων. Ένας κουρελιασμένος Αλβανός ήταν, που άλλαξε ζωή ξιπόλητος, λίγα χρόνια πριν κλείσει η δεύτερη χιλιετία μ.Χ. Ένας εξαναγκαστικός σοσιαλιστής ήταν, που μόλις έφτασε στα σαράντα, αισθάνθηκε το βλέμμα του να θολώσει. Τα φρύδια του έγειραν σαν δυο παλιωμένες φράχτες απ το χρόνο, ισα που τον επέτρεπαν να ξεχωρίσει από ψιλά, την μικρή πόλη με τις πετρελαιοπηγές τριγύρω.
«Αλήθεια, πότε ήμουν τελευταία εκεί κάτω;» αναρωτιόταν ο γέρος κάθε φορά που αγνάντευε το κάμπο από ψιλά, διότι το χωριό του πάνω στο λόφο, δεν είχε καν δημόσιο δρόμο. Οι προμήθειες ερχόντουσαν με μουλάρια. Για την κακή του τύχη, ο θειος Γκανί δεν είχε πια ούτε το γάιδαρο να τον μεταφέρει. Το πούλησε την ημέρα που το ζωντανό έσπασε την τριχιά και μπήκε στα σπαρτά του συνεταιρισμού. Κάτω από την πίεση της διοίκησης, ο θειος το έδωσε κοψοχρονιά στο καραβάνι των τσιγγάνων. Έτσι, άρχισε να τα κουβαλάει μόνος του στην πλάτη. Σύντομα φόρτωσε και το γιο του, τον Χαϊρεντίν, που δεν είχε κλείσει ακόμη τα δώδεκα του χρόνια.
Στα λασπωμένα δρομάκια του χωριού, γιος και πατέρας πρόσεχαν πολύ τα βήματα τους, σαν έμπειροι αχθοφόροι, ενώ τα ζώα βούλιαζαν στις λάσπες, λες και διέσχιζαν ορυζώνες. Σχεδόν πάντα έπρεπε να τις ξεφορτώσεις μέσα στις λάσπες, και να τα αφήσεις λίγο να ξεκουράζονται. Ήταν αδύνατο να φτάσουν στο προορισμό τους φορτωμένα. Έτσι και οι αγωγιάτες υπέφεραν. Για αυτό, η οικογένεια του κυρ Γανί άρχισε να πιστέψει πώς ήσαν τυχεροί που ξέκαναν το γάιδαρο. Μάλιστα απ’ την απουσία του βρήκε ησυχία και η αγελάδα, που συνέχεια μάλωνε μαζί του, για το λιγοστό άχυρο. Το ίδιο χάρηκαν και οι κότες, που ανεβοκατέβαιναν ευδιάθετες στα ξύλα της οροφής. Δεν τρόμαζαν πια από το φρικτό του γκάρισμα.
Ο Θεέ, όλοι στράφηκαν άξαφνα εναντίον του γάιδαροι. Λες και αυτός ευθύνονταν για το μαύρο χάλι τους. Την νύχτα τα ζώα αφουγκράζονταν, στέλνοντας ζεστασιά στην γωνία που κοιμόταν ο θείος Γκανί με τα παιδιά. Και το συρτό ροχαλητό του γέρου, απλωνόταν σαν το κόχλασμα του τσουκαλιού, κάνοντας όλους να αισθανθούν ασφαλές, να φτάσουν τα όνειρα στο τέλος. Λίγο πολύ, η κοινή τους καλύβα σου θύμιζε το κιβωτό του Νώε, όπου οι ανάσες αναμιγνύονταν σθεναρά. Το σπιτάκι τους είχε μια πόρτα, απ την όποια μπαινόβγαιναν όλοι. Πρώτα οι κότες, μετά ο Θείος Γκανί. Ακολουθούσε η αγελάδα με το γιο της, ύστερα ο Χαιρεντιν και η μανά με τα μικρά κορίτσια, να εισέλθει στο τέλος ο σκύλος και η σκελετωμένη γάτα, που έμοιαζε με χάρτινο φιγουρίνι.
Στο λιγοστό φως που άπλωνε η φωτιά αναμμένη στη μεριά του ιδιοκτήτη, τα μάτια της αγελάδας δίπλα γυάλιζαν σαν αλαβάστρινα ποτηράκια. Το υγρό της βλέμμα εκλιπαρούσε μια σαφήνεια. «Είναι δυνατόν μια ζωή, να ξενυχτίσεις με την φωτιά κάτω απ την κοιλία σου;»
Ο γέρος Γκανί και η κυρά του, ξάπλωναν σε ένα μικρό ξύλινο κρεβάτι. Κάτω του φύλαγαν τις ελάχιστες τροφές. Πολλές φορές το σκέφτηκε ο Χαρεντίν να χωθεί εκεί κάτω, για να φάει λίγη ζάχαρη, αλλά δεν βρήκε το κουράγιο. Ο χώρος αυτός ήταν σαν το άβατο ιερό. Έτσι, ο νεαρός πάντα κοιμόταν με ένα ανεκπλήρωτο όνειρο. Το πατημένο άχυρο που χνούδιαζε γύρο από το κρεβάτι τους, έκανε τα μικρά που κοιμόντουσαν τριγύρω, να φτερνίζονται όλη νύχτα, η οποία γινόταν ακόμη πιο κρύα από τα χωμάτινα τοιχώματα.
Αυτή την θλιβερή εικόνα είχε αποτυπώσει καλά στη μνήμη του ο Χαρεντίν, και λίγα χρόνια μετά το αφηγείτο στους φίλους του, καθώς κολατσούσαν. Αυτοί τα έχαναν με το μέγεθος της δυστυχίας του, και τον παρακαλούσαν να τους λέει και άλλα, και ο Χαρεντίν δεν τους χαλούσε το χατίρι.
-Ο άμοιρος πατέρας δεν γνώριζε τι σημαίνει ανάπαυλα, ενώ η μανά προσπαθούσε να μας χορτάσει με οτιδήποτε φαγώσιμο. Οι σπάνιες χορτόπιτες με χωρίς λάδι, σ’ έκαναν να γλύψεις τα δάχτυλα σου. Οι γονείς και τα μεγάλα παιδία, αναχωρούσαμε για τους αγρούς του συνεταιρισμού πριν βγει ο ήλιος και γυρνούσαμε όταν εκείνος έδυε. Πολλές ήταν και οι μέρες που κάναμε εθελοντική εργασία. Το ωράριο ήταν εκτεταμένο και κρατούσε όλο το καλοκαίρι. Έτσι, οι μικρές αδερφές μου δεν μας έβλεπαν σχεδόν για ολόκληρο το σεζόν. Το πρωί ξυπνούσαν μόνα τους και τσιμπολογούσαν την μπομπότα που έφτιαχνε η μάνα με το ελάχιστο αλεύρι που μοίραζε η διοίκηση του συνεταιρισμού, για να κρατηθούμε στη ζωή. Αυτά έλεγε ο Ντίνος, (Εκ του Χαιρεντίν) και συνέχεια καθάριζε τα ζεστά του δάκρυα, που κυλούσαν ως το πιγούνι του.
-Ήμουν δεκαεφτά χρόνων όταν ο πατέρας μου έγειρε σαν ξεριζωμένη αμυγδαλιά στην νεροποντή του χειμώνα. Άρχισε να βήχει βαριά σαν υπηρέτης.
-Πατέρα, αύριο θα παρακαλέσω τον επιστάτη να μη σε βάλει στο μάζεμα των καπνόφυλλων, του είπα ένα βράδυ οπός καθόμασταν αμίλητοι γύρω από την φωτιά. Διότι ήταν μέρες που παρατηρούσα πώς κάτι δεν πάει καλά με υγεία του. Το πρόσωπο του ζάρωσε όλο, ενώ ο βήχας του έγινε βραχνάς, σαν το απελπισμένο βέλασμα των προβάτων όταν τα αποχωρίζεις απ’τα μικρά τους.
«Δεν ωφελεί, παιδί μου, δεν με βλέπω να σωθώ!» –μου απάντησε ήρεμος σαν να είχε αισθανθεί το θάνατο. Η ζέστη του Αυγούστου έσφιγγε σαν πυρωμένη τσέρκι, αλλά ο πατέρας κάτω από τα κουρέλια πάγωνε όλο και περισσότερο.
«Τα πόδια μου κρυώνουν, ας μου τις ζεστάνει κάποιος!» –παραπονιόταν συλλαβιστά καθώς προσπαθούσε να κουνήσει τα δάχτυλα των ποδιών, που έμοιαζαν με λεπτά ξεραμένα ξύλα. Φαίνεται το αίμα του άρχιζε να πήζει, κάνοντας το σώμα να πετρώσει αργά, όπως το τσιμέντο στην βροχή. Οι λέξεις του γλιστρούσαν όπως το λιγοστό νερό κάτω απ το λιοπύρι.
«Κρυώνω, τα πόδια μου πετρώσαν. Θε’μου, γιατί κάνει τόση παγωνιά.!» -παραπονιόταν ασταμάτητα ο δύστυχος, καθώς ούτε εμείς που τρίβαμε και χαϊδεύαμε το σώμα του, και ούτε η κάψα του καλοκαιριού, δεν μπόρεσε να το συνεφέρει. Δεν σηκώθηκε απ το κρεβάτι ούτε για μια ώρα, και εμείς δεν είχαμε λεφτά να του αγοράσουμε τα χειμερινά σκαρπίνια. Έτσι τον βρήκε το Γενάρη, ξυπόλυτος, που εκείνη την χρόνια ήρθε με τα φώτα σβησμένα. Φυσούσε δυνατά και έριχνε συνέχεια χαλάζι, λες και ο παντοδύναμος μας είχε βάλει στο μάτι. Λες και επιθυμούσε να ισοπεδώσει πρώτα την καλύβα μας, ύστερα να καταλαγιάσει.
Σε αυτές τις βροχερές μέρες, ο πατέρας μου όδευε προς το τέλος, ήσυχα, λες και ετοιμαζόταν να πάρει ένα βαθύ ύπνο. Ξαφνικά τα μάτια του έκλεισαν εντελώς, ενώ τα χείλια του τραβήχτηκαν δεξιά, σαν να δυσκολευόταν να συγκρατήσει το γέλιο. Τότε πέσαμε όλοι πάνω του και σφίγγαμε κάθε σπιθαμή του κορμιού του, ενώ εκείνος έσβηνε. Το παράπονο συνέχιζε να του γλιστρά αργά απ τα σφιγμένα χείλη.
«Κρυώνω. Γιατί δεν έχω παπούτσια; Τα πόδια μου κοκάλωσαν!» έλεγε με μαρμαρωμένη φωνή, κάνοντας τα δάκρια μας να τρέχουν ποτάμι. Τα χαράματα έσβησε γελαστός.
Ακριβός τότε, ρημαγμένος απ το συνεχές κλάμα πάνω από το κορμί του, υποσχέθηκα πώς μια μέρα θα του έβρισκα με δίχως άλλο, ένα ζευγάρι παπούτσια. Ύστερα ριχτήκαμε όλοι στην αγκαλιά της μάνας και κλάψαμε με «οοιι» ως το μεσημέρι, μέχρι που τα δάκρυα μας στέρευαν. Την άλλη μέρα τον θάψαμε με μια γαλότσα που μας έδωσε η θεία Σπρέσα και με ένα στρατιωτικό σκαρπίνι που μας το χάρισε ο ξάδελφος μου. Έτσι, με δυο διαφορετικά παλιά παπούτσια, τον παραδώσαμε στον Άδη που δεν τον κοίταξε καθόλου απ τα πόδια.
Πέρυσι πήγα και τον συνάντησα ξανά. Πώς θα μπορούσα να ξεχάσω την υπόσχεση που έδωσα εκείνη την ημέρα. Σιωπηλός έσκαψα το χώμα και έβαλα δίπλα στα λυμένα κοκαλάκια των ποδιών του, τα καινούρια του παπούτσια. Για αυτό και σήμερα είμαι ήρεμος. Ο πατέρας μου όπως όλοι οι κάτοικοι του υπεδάφους, ταξιδεύει με τα καινούρια του παπούτσια.

* Ο Μίρι Δράμι γράφει 30 χρόνια και ζει στην Ελλάδα 25 χρόνια. Έχει εκδώσει τρία βιβλία στην αλβανική γλώσσα.
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου